Η ετερότητα ως ζητούμενο

. . Δεν υπάρχουν σχόλια:
Η ετερότητα ως ζητούμενο Το διαφορετικό είτε φυσικά είτε συμπεριφορικά είναι αναπόφευκτο.

Επερχόμενα, η τάση των ανθρώπων να στιγματίζουν δεν μπορεί να θεωρηθεί αφύσικη.
Στιγματισμός, βέβαια, υπάρχει και στη μη ανθρώπινη φύση.

Για παράδειγμα, μια κοινότητα ζώων, ένα κοπάδι, δεν δέχεται εντός της το παραμορφωμένο, το βιολογικά αλλοιωμένο, το εξοβελίζει.

Παρόμοια ήταν και η ευγονική των Σπαρτιατών : ‘ ό,τι ’ υστερούσε, δεν ήταν άξιο να ζήσει, δολοφονούνταν.

Έπειτα, ως ανθρώπινη φύση μπορούμε να ορίσουμε είτε την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα, πιθανώς το λόγο, είτε όλα όσα μπορεί να πράξει ο άνθρωπος, όλες του τις δυνατότητες.
Συχνά ο τελευταίος, θέλοντας να είναι φυσικός ή να νομιμοποιήσει πράξεις προκειμένου να είναι φυσικός (π.χ. Σπαρτιάτες ) αρνείται να κάνει βήματα πάρα από αυτό το ζωώδες και φυσικό.

Είναι, λοιπόν, αυτονόητο το ζητούμενο να υπερβούμε τη διαδικασία μίμησης της φύσης.
Λόγου χάρη, οι ανθρώπινες κοινότητες προνοούν για τη φροντίδα των ηλικιωμένων ενώ οι γέρικες αρκούδες εγκαταλείπονται να πεθάνουν αβοήθητες.

Ο χαρακτηρισμός, λοιπόν, της φύσης από διάφορους ρομαντικούς ως σύμμετρης και δίκαιης είναι εύλογο να εκληφθεί το πολύ ως σπουδαία αισθητική αποτύπωση.
Η απόδοση της δικαιοσύνης στη φύση είναι ανθρωπομορφισμός.
Η φύση είναι αδιάφορη.

Υπάρχουν, λοιπόν, από τη μία πλευρά οι φυσικές προς εκπλήρωση ανάγκες και από την άλλη ο 'ευτυχισμένος άνθρωπος’ ως ιδανικό.

Άρα, ό,τι προσλαμβάνουμε ως διαφορετικό είναι λόγω του ιδανικού – δηλαδή ενός ορισμού της ευτυχίας – που συνέλαβαν κάποιοι άνθρωποι, χωρίς, όμως, να αγνοούν τη φύση.

Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η σύγκρουση διαφορετικότητας – ιδανικού να λυθεί και σαφώς όχι μέσω της ομογενοποίησης αλλά μέσω της συμφιλίωσης των ετεροτήτων.

Η ύπαρξη κοινότητας, η υπόστασή της, δηλαδή, είναι ενδεχομένως πιο εύκολη με την εξάλειψη των ιδιαιτεροτήτων καθότι η ομογενοποίηση ευνοεί την ενοποίηση.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η σύσταση μιας κοινότητας Προϋποθέτει κατά κάποιο τρόπο την ανομοιότητα, με την έννοια πως για να αναζητά κανείς να ανήκει κάπου και για το λόγο αυτό να συστήνει ένα όλον, οπωσδήποτε καλύπτεις την ανάγκη του κοινωνικού όντος αλλά επιπλέον συνασπίζεσαι, αμύνεσαι προς κάτι ξένο αποκτώντας συμμάχους.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό πως στις πρωτόγονες ήδη κοινότητες, οι άνθρωποι συμβίωναν ομαδικά είτε για να επιβιώσουν από φυσικούς κινδύνους είτε για να προστατευτούν από τα άγρια ζώα ή άλλες φυλές είτε για την ασφαλέστερη εξασφάλιση της τροφής.

Η πιο αφηρημένη και αφελής ετερότητα είναι εκ των πραγμάτων η ‘χωρικότητα’, η αναγκαστική, δηλαδή, διαφορά θέσης δύο πραγμάτων ή ανθρώπων στο χώρο.
Μετά, η ιστορία του κάθε ατόμου και η βιωματική του εμπειρία επίσης το διαφοροποιούν αναγκαστικά από τα υπόλοιπα.
Δηλαδή ετερότητα υπάρχει εξ ορισμού και η εξ ολοκλήρου εξάλειψή της μοιάζει αδύνατη και αφύσικη.
Οι ίδιες οι έννοιες -και ως έννοιες εδώ ορίζουμε το ευρύτερο χρηστικό λεξιλόγιο του ανθρώπου εξαιρουμένων των φιλοσοφικών και αφηρημένων εννοιών - είναι σε θέση να πραγματώνουν δύο ρόλους.
Μας δίνουν, δηλαδή, τη δυνατότητα αφενός να ορίσουμε και να προσδιορίσουμε αφετέρου να ενοποιήσουμε ανόμοια κι εκεί εξαλείφουν διαφορές.

Για παράδειγμα, είναι σαφές σε όλους τι είναι ένα παγκάκι και πως όλα τα παγκάκια δεν είναι καρέκλες αλλά συγχρόνως δεν είναι όλα τα παγκάκια ίδια.
Δεν ανέκυψε, όμως, η ανάγκη δημιουργίας άλλης έννοιας για το παγκάκι της μορφής χ και άλλη για εκείνο της μορφής ψ.
Προκύπτει ότι η εξάλειψη των ιδιαιτεροτήτων δεν είναι εφικτή.

Ας επιστρέψουμε στα ζώα για να επιχειρήσουμε μια αναλογία.
Στις κοινότητες των ζώων, λοιπόν, δεν τίθεται θέμα αυτά να σκεφτούν πως αυτό που είναι δύσμορφο, ενδέχεται να μην είναι παραγωγικό άρα το διώχνουμε από την ομάδα μας.
Παρ’ όλα αυτά, όμως, το διώχνουν.
Αυτό θα το απέδιδε κανείς στο ένστικτο, υπόθεση που, όντως.
εξελικτικά ευσταθεί.
Από την άλλη, μια εύλογη εξήγηση είναι πως το διαφορετικό, πάντα άγνωστο, μπορεί να ειδωθεί ως δυνητικά επικίνδυνο.

Άρα, ο κυριότερος λόγος απόρριψης του φυσικού από τη φύση, ίσως είναι αυτός.
Η υλική βάση που χρησιμοποιούν όσοι επιδιώκουν τη μαζική διαμόρφωση, επομένως και την εξάλειψη των ιδιαιτεροτήτων, π.χ. Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, είναι αυτός ο ζωικός φόβος του δυνητικά επικίνδυνου.
Ταυτόχρονα, η τεχνολογική εξέλιξη εκτός σαφέστατα των θετικών και διευρυμένων ικανοτήτων που προσέφερε στον άνθρωπο, του έδωσε και τη δυνατότητα να αυτοεξαλειφθεί.

Στον αντίποδα κι όχι ιδεαλιστικά, θα μπορούσε να απαντήσει μια εξέλιξη που συμφιλιώνεται με και παραδέχεται το διαφορετικό.
Κι αυτό ισχύει στο πλαίσιο που επιδιώκεται η συλλογική ευτυχία που περιλαμβάνει αναγκαία την εντός και την εκτός μας φύση.
Αν αρνηθούμε το φυσικό, αυτοαναιρούμαστε υπαρξιακά, αφού είμαστε μέρος του.
Παράλληλα, όμως, ως πολιτισμός που θέλει να εξελίσσεται συνεχώς, οφείλουμε να πάμε ένα βήμα παρακάτω.

Όπως προαναφέρθηκε, συχνά κοινωνίες συστάθηκαν με όρους αντίθεσης προς μία άλλη ομάδα ετερότητας.
‘Όμως η ετερότητα ως κατοχυρωμένο δικαίωμα και ζητούμενο προκύπτει από το πρόταγμα της ατομικής ευτυχίας.
Αν, δηλαδή, επιθυμεί κάποιος να είναι διαφορετικός, δεν είναι σε θέση κανείς και κανένα δίκαιο να του το στερήσει.

Το θέμα είναι να μην του επιβάλλει κανείς την ετερότητα.
Παραπάνω μιλήσαμε για τη σύγκρουση πλασματικών ιδανικών και διαφορετικότητας.
Η θεωρία της κοινωνικής σύγκρουσης έχει τις ρίζες της στις διδαχές του Καρλ Μαρξ αλλά και των Γκέοργκ Ζίμμελ, Λούις Κόζερ και Ράνταλ Κόλινς.
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η κοινωνία υφίσταται ως ένα σύστημα που αποτελείται από μέρη, τα οποία δέχεται πως βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους.

Βέβαια, θεωρούν τη σύγκρουση ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας των πλουτοπαραγωγικών πηγών, διαπιστώνοντας πως για να έχει κάποιος κέρδος, κάποιος άλλος πρέπει να έχει ζημία.
Σύμφωνα με τον Simmel, οι κοινωνικές συγκρούσεις αποτελούν από μόνες τους έναν τρόπο ενοποίησης της κοινωνίας.

Από τη στιγμή που δύο άτομα έρχονται σε σύγκρουση, αυτομάτως σημαίνει πως κοινωνικοποιούνται.
Αν και η σχέση τους είναι σχέση εναντίωσης, παραμένει σχέση.
Στοιχείο προς απόδειξη της παρατήρησης αυτής φέρει το γεγονός ότι ένα άτομο δεν μπορεί να έρθει σε σύγκρουση μόνο του.
Μέσω της σύγκρουσης, η κοινωνία ενοποιείται από δύο τουλάχιστον απόψεις ή συμφέροντα σε ένα έστω κι αν αυτό έχει επιβληθεί με δυναμικά μέσα από την πιο δυνατή παράταξη, καθώς είναι δυνατή ακόμη και η σύνθεση των αντιμαχόμενων στοιχείων.

Για το λόγο αυτό, πιστεύει ο Simmel, η κοινωνία χρειάζεται τις κοινωνικές συγκρούσεις ώστε να εξελιχθεί αλλά και να σταθεροποιηθεί.
Πολλές θεωρίες σε σχέση με την ισχύ και την εξουσία έχουν αναφερθεί στη σύγκρουση και δεν την αντιμετωπίζουν όλες ως ‘αναγκαίο κακό’ ή καταλύτη κοινωνικής εξέλιξης.
Τουναντίον.

Όσο θεωρητικά κι αν είναι κάποια μοντέλα, αφήνουν περιθώρια εφαρμογής, αρκεί να καταφέρουν να επέμβουν στο συλλογικό ασυνείδητο, να ανοίξουν, δηλαδή, την πλακέτα και να μετασχηματίσουν το λογισμικό.
Τρόποι υπάρχουν.
Υφίσταται, για παράδειγμα, μια άποψη, μερικώς μαρξιστική, που συλλαμβάνει την ελευθερία όχι σε σχέση με τα όρια του άλλου.
Αλλά αντιμετωπίζει τον άλλο ως ένα πεδίο που του διευρύνει τις δυνατότητες.
Βέβαια, ισχύει πως ακόμη και στις σύγχρονες εκ-πολιτισμένες κοινωνίες η ετερότητα λειτουργεί ως αιτία συγκρούσεων.
Η σύγκρουση, σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα τόσο υπέρ όσο κατά της ετερότητας.
Η σύγκρουση, δηλαδή, ενδέχεται να καταστεί ζητούμενο μερικών που υποστηρίζουν την εξέλιξη της κοινωνίας ανταγωνιστικά αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα και μέσο υπέρ της προστασίας μιας ομάδας, για παράδειγμα μιας μειονότητας.

Προϋπόθεση, βεβαίως, για να λάβει χώρα μια σύγκρουση είναι η ύπαρξη κοινών στοιχείων στις ομάδες – άτομα – μονάδες που συγκρούονται.
Φαντάζει ιδεώδης, παραμένει όμως ζητούμενη, η ετερότητα που δεν συγκρούεται.

Σοφία Γριβάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου